24/11/10

05.ΟΙ ΥΠΝΟΒΑΤΕΣ



Στην πόλη που γεννήθηκα: μάνα και κόρη ζούσαν

στον ύπνο τους που, πότε πότε, νυχτοπερπατούσαν.

Μια νύχτα που ησυχία γλυκιά πλάνευε όλη την πλάση,
κόρη και μάνα, υπνοβατώντας,
ήρθαν κι οι δυο κάτου
και, στην ομίχλη που τον κήπο γύρω είχε σκεπάσει,
αντάμωσαν στον ύπνο, ως λεν' τ' αδέρφι του θανάτου.

Μίλησ' η μάνα:
«Ώ! Πιό φριχτός εχθρός μου, στους ανθρώπους,
Έσύ 'σαι που κατάστρεψες τη θαλλερή μου νιότη.

Τ' ανθί της ζωής σου λίπανες με τους δικούς μου κόπους.

Αν ανθρωπο εγώ σκότωνα, εσύ θα 'σουν η πρώτη».

Κι η κόρη:
«Ώ μισητή γυναίκα, γριά ξεκουτιασμένη,
π' ο εγωισμός σου, εμπόδιό μου, για κάθ' ελευθερία!

Που θέλεις τη ζωή μου ηχώ σου - ζωή, συ, μαραμένη.
Ας ήτανε να πέθαινες, να λήξει αυτή η ιστορία».

Κείνη την ώρα ξύπνησαν' λάλησε το κοκόρι.
Κι η μάνα αγκάλιασε την κόρη και της λέει γλυκά:
-Εσύ 'σαι, αγαπούλα μου;»
καί μ' όμοια γλύκα η κόρη: ..
-Ναι, εγώ, χρυσή μανούλα μου»,
και πάνε αγκαλιαστά.

................
O TΡΕΛΟΣ - Οι παραβολές και τα ποιήματά του
Μετάφραση :Στάυρος Μελισσηνός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...
Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget